ἀπειλή

ἀπειλή
Grammatical information: f.
Meaning: `threat', also `promise' (Il.).
Derivatives: ἀπειλέω `threaten' (Il.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [985 ] *h₂pelH-? `speak publicly'
Etymology: Unknown. - If to Latv. pel̂t `revile' it would be *h₂pel-. Further have been compared (with s- mobile) Goth. spill n. `fable' etc., also Arm. ar̄a-spel `legend, proverb' (Lidén GHÅ 39 : 2, 46ff.), in which case the s- would be difficult (Armenian also vocalizes the initial laryngeal). LIV 525 assumes *(s)pelnH-, as nasal present (with secondary full grade) and compares Toch. A pällāntär, B pällātär `praise'.
Page in Frisk: 1,119-120

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀπειλή — boastful promises fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απειλή — (Νομ.). Ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει και τιμωρεί με φυλάκιση έως δύο ετών εκείνον που απειλεί άλλον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη σε βαθμό τέτοιο που να του δημιουργεί τρόμο ή ανησυχία. Στοιχείο του αδικήματος αυτού δεν είναι η άσκηση… …   Dictionary of Greek

  • ἀπειλῇ — ἀπειλέω keep away pres subj mp 2nd sg ἀπειλέω keep away pres ind mp 2nd sg ἀπειλέω keep away pres subj act 3rd sg ἀπειλέω 1 keep away pres subj mp 2nd sg ἀπειλέω 1 keep away pres ind mp 2nd sg ἀπειλέω 1 keep away pres subj act 3rd sg ἀπειλέω 2… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απειλή — [алили] ουσ. Θ. угроза …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απειλή — η φοβέρισμα, εκφοβισμός: Άφησε τις απειλές και άρχισε τις υποσχέσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπειλῆι — ἀπειλῇ , ἀπειλέω keep away pres subj mp 2nd sg ἀπειλῇ , ἀπειλέω keep away pres ind mp 2nd sg ἀπειλῇ , ἀπειλέω keep away pres subj act 3rd sg ἀπειλῇ , ἀπειλέω 1 keep away pres subj mp 2nd sg ἀπειλῇ , ἀπειλέω 1 keep away pres ind mp 2nd sg ἀπειλῇ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλαῖς — ἀπειλή boastful promises fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλαί — ἀπειλή boastful promises fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλᾷ — ἀπειλή boastful promises fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλήν — ἀπειλή boastful promises fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.